Η Αλχημεία είναι μια τέχνη που έχει σαν σκοπό τη μετατροπή του ενός χημικού στοιχείου σε ένα άλλο. Κύριος σκοπός των αλχημιστών είναι η κατασκευή ευγενών μετάλλων δηλαδή του χρυσού και του αργύρου από αγενή στοιχείο, όπως σίδηρος, χαλκός κλπ. Μια άλλη επιδίωξη είναι η κατασκευή “της φιλοσοφικής λίθου ή πεμπτουσίας ή μεγάλου ελιξιρίου” η οποία έχει υπερφυσικές ιδιότητες, μεταξύ των οποίων, λέγουν οι αλχημιστές, είναι η παράταση του χρονικού ορίου της ζωής.
Η λέξη “Αλχημεία” απαρτίζεται από δύο συνθετικά, το μόριο “Αλ” - το αραβικό άρθρο - και τη λέξη “χεμ” αιγυπτιακής ρίζας που σημαίνει “μαύρη γη” ή κατ’ άλλους την ελληνική λέξη “χυμός”. Από το 16ο αιώνα και μετά αποβάλλεται το “αλ” και γίνεται η λέξη “η χημεία”.
Η παράδοση ορίζει ότι την αλχημεία εφεύρε ο Θωθ, ο Ερμής των Αιγυπτίων, ο οποίος ήταν γενικά εφευρέτης των τεχνών και της επιστήμης. Εξ αιτίας τούτου, οι αλχημιστές ονομάζουν την τέχνη αυτή “ερμητική τέχνη”. Ήδη από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, Αλεξανδρινοί Έλληνες συγγραφείς κάμνουν παραπομπή στα συγγράμματά τους στην αλχημεία, όπως ο Ψευδοδημόκριτος.
Η αλχημεία είναι κατά κάποιο τρόπο η λογική εφαρμογή των αρχαίων μεθόδων των φυσικών επιστημών. Ο Αριστοτέλης, υποστηρίζει ότι το πείραμα δεν κατέχει τόσο εξέχουσα θέση στη φυσική επιστήμη, όσο η εφαρμογή ορισμένων αρχών οι οποίες έχουν προκύψει από την καθημερινή παρατήρηση. Σύμφωνα με αυτό η μεταστοιχείωση δεν ήταν καθόλου απίθανη, καθόσον πίστευε ότι τα διάφορα μέταλλα δεν διαφέρουν ως προς τη βασική ύλη αλλά μόνο ως προς την εξωτερική μορφή. Υποστηρίζει ο Αριστοτέλης, ότι είναι φυσικό να μεταστοιχειώνονται τα στοιχεία με κατάλληλη επίδραση παραγόντων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ορισμένες μορφές, όπως τα τέσσερα στοιχεία, δηλαδή, η γη, ο αέρας κι η φωτιά ή τα τρία στοιχεία της αλχημείας της Δύσης, το άλας, το θείο και ο υδράργυρος.